Εισαγωγή
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 επανέφερε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ασφάλειας ένα παλαιό ερώτημα: πώς κατανέμεται το κόστος της συλλογικής άμυνας μεταξύ των κρατών; Το ζήτημα έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα τελευταία χρόνια. Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες, έχουν παράσχει σημαντική στρατιωτική, οικονομική και ανθρωπιστική στήριξη στην Ουκρανία και έχουν αναλάβει νέες δεσμεύσεις για την ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων. Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν σε μια νέα δέσμευση αμυντικών και ευρύτερων επενδύσεων ασφαλείας που θα φθάνει το 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Από αυτό, τουλάχιστον 3,5% θα αφορά τις βασικές αμυντικές απαιτήσεις της Συμμαχίας και έως 1,5% ευρύτερες δαπάνες άμυνας και ασφάλειας [1]. Στη Σύνοδο της Άγκυρας τον Ιούλιο του 2026, οι Σύμμαχοι επανεπιβεβαίωσαν την εφαρμογή της δέσμευσης της Χάγης, επισημαίνοντας παράλληλα την αύξηση των επενδύσεων στις βασικές αμυντικές απαιτήσεις [2].
Ωστόσο, η συζήτηση για τον καταμερισμό των βαρών εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το τι ακριβώς επιλέγουμε να μετρήσουμε. Σε απόλυτους αριθμούς, οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες διαθέτουν ένα προφανές πλεονέκτημα κλίμακας. Μπορούν να διατηρούν μεγαλύτερους αμυντικούς προϋπολογισμούς και να κινητοποιούν περισσότερους πόρους χωρίς η δαπάνη να αντιπροσωπεύει αντίστοιχα μεγάλο μέρος της οικονομίας τους. Η απόλυτη συνεισφορά είναι επομένως απαραίτητη για την κατανόηση της συνολικής στρατιωτικής και οικονομικής δυνατότητας ενός κράτους.
Δεν απαντά όμως σε ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσο μεγάλη είναι η επιβάρυνση που αναλαμβάνει κάθε χώρα σε σχέση με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους της; Η παρούσα ανάλυση εξετάζει αυτή τη δεύτερη διάσταση. Χρησιμοποιεί δύο μετρήσιμες μορφές συνεισφοράς: τις αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ και τις διμερείς κατανομές βοήθειας προς την Ουκρανία ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι δύο δείκτες συνδυάζονται σε έναν απλό Δείκτη Σχετικής Επιβάρυνσης, με στόχο να εντοπιστούν τα κράτη που καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις και στις δύο κατηγορίες.
Από τη Συλλογική Δράση στον Επιμερισμό των Βαρών
Το πρόβλημα της κατανομής του κόστους μιας συμμαχίας αποτελεί ένα από τα παλαιότερα ζητήματα στη θεωρία της συλλογικής δράσης. Στην κλασική τους μελέτη του 1966, οι Mancur Olson και Richard Zeckhauser προσεγγίζουν τη συλλογική άμυνα μιας συμμαχίας ως δημόσιο αγαθό, από το οποίο επωφελούνται όλα τα κράτη-μέλη. Σύμφωνα με το υπόδειγμά τους, τα μέλη που αποδίδουν μεγαλύτερη απόλυτη αξία σε αυτό το αγαθό τείνουν να αναλαμβάνουν δυσανάλογο μέρος του κοινού βάρους. Οι συγγραφείς συνδέουν αυτή την τάση με το οικονομικό μέγεθος, αναμένοντας τα μεγαλύτερα κράτη να διαθέτουν υψηλότερο ποσοστό του εθνικού τους εισοδήματος στην άμυνα. Ωστόσο, αναγνωρίζουν ότι η αξία που αποδίδει ένα κράτος στη συμμαχική άμυνα επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως η γεωγραφική του θέση και η εγγύτητα προς την απειλή [3].
Η μεταγενέστερη εμπειρική βιβλιογραφία αναφέρει ότι η πραγματικότητα είναι ακόμα πιο σύνθετη. Ο John Oneal, εξετάζοντας τις αμυντικές επιβαρύνσεις των κρατών του ΝΑΤΟ, διαπίστωσε ότι η αρχική σχέση μεταξύ οικονομικού μεγέθους και αμυντικού βάρους εξασθένησε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, επισήμανε ότι οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν ένα χρήσιμο, αλλά αναγκαστικά ατελές μέτρο της συμμαχικής συνεισφοράς [4]. Το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την τελευταία παρατήρηση. Οι αμυντικές δαπάνες καταγράφουν μόνο ένα μέρος της συνεισφοράς ενός κράτους στη συλλογική ασφάλεια. Δεν αποτυπώνουν πάντοτε τη βοήθεια προς εταίρους, τις ειρηνευτικές αποστολές, τις υποδομές, τη φιλοξενία δυνάμεων ή άλλες μορφές διεθνούς συνεισφοράς.
Οι Wukki Kim και Todd Sandler επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν αυτή την αδυναμία μέσα από έναν ευρύτερο σύνθετο δείκτη για το ΝΑΤΟ, ο οποίος συνυπολογίζει στρατιωτικές δαπάνες, εξωτερική βοήθεια και δαπάνες για ειρηνευτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών [5]. Αντίστοιχα, το Center for Strategic and International Studies έχει προτείνει τη μετάβαση από τη στενότερη έννοια του burden-sharing σε εκείνη του responsibility-sharing, υποστηρίζοντας ότι η αξιολόγηση της συμμαχικής συνεισφοράς πρέπει να λαμβάνει υπόψη περισσότερες διαστάσεις της ασφάλειας από τον αμυντικό προϋπολογισμό [6].
Η ανάγκη μιας ευρύτερης προσέγγισης είναι ιδιαίτερα εμφανής μετά το 2022. Η Στρατηγική Αντίληψη του ΝΑΤΟ χαρακτηρίζει τη Ρωσική Ομοσπονδία ως τη σημαντικότερη και αμεσότερη απειλή για την ασφάλεια των Συμμάχων και για την ειρήνη και τη σταθερότητα στον ευρωατλαντικό χώρο [7]. Υπό αυτό το πρίσμα, η ευρωπαϊκή αντίδραση στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας δεν εκφράζεται μόνο μέσα από την αύξηση των εθνικών αμυντικών προϋπολογισμών. Εκφράζεται επίσης μέσα από την άμεση στήριξη προς την Ουκρανία. Οι δύο αυτές διαστάσεις αποτελούν τη βάση της παρούσας ανάλυσης.
Μεθοδολογία και Δεδομένα
Ο πρώτος δείκτης αφορά τις διμερείς κατανομές βοήθειας προς την Ουκρανία. Τα στοιχεία προέρχονται από το Ukraine Support Tracker του Kiel Institute και περιλαμβάνουν στρατιωτική, οικονομική και ανθρωπιστική βοήθεια. Η τελευταία ενημέρωση του Tracker καλύπτει τις κατανομές βοήθειας έως το τέλος Ιουνίου 2026 [8]. Για την ανάλυση χρησιμοποιούνται οι συνολικές διμερείς κατανομές ως ποσοστό του ΑΕΠ του 2021. Παράλληλα εξετάζονται τα συνολικά ποσά σε δισεκατομμύρια ευρώ, προκειμένου να διατηρείται ορατή η διάκριση μεταξύ αναλογικής και απόλυτης συνεισφοράς. Το Kiel χρησιμοποιεί τον όρο allocations για βοήθεια η οποία έχει διατεθεί ή έχει προσδιοριστεί για συγκεκριμένη χρήση και παράδοση, διαφοροποιώντας την από ευρύτερες πολιτικές δεσμεύσεις που δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε συγκεκριμένη κατανομή [9].
Η επιλογή των διμερών κατανομών είναι σκόπιμη, καθώς επιτρέπει η μετρούμενη συνεισφορά να αποδίδεται άμεσα σε συγκεκριμένη εθνική απόφαση. Δεν αποτυπώνει, ωστόσο, το σύνολο της συνεισφοράς κάθε κράτους μέσω κοινών ευρωπαϊκών μηχανισμών. Το Kiel καταγράφει τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ξεχωριστό δωρητή, με αποτέλεσμα χώρες που διοχετεύουν μεγαλύτερο μέρος της στήριξής τους μέσω της ΕΕ δυνητικά να εμφανίζονται χαμηλότερα σε μια αποκλειστικά διμερή σύγκριση [8]. Ο συγκεκριμένος δείκτης πρέπει επομένως να διαβάζεται ως μέτρο της άμεσα αποδιδόμενης εθνικής συνεισφοράς και όχι της συνολικής συμμετοχής κάθε κράτους στη στήριξη της Ουκρανίας.
Ο δεύτερος δείκτης αφορά τις αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα στοιχεία προέρχονται από την έκθεση του ΝΑΤΟ Defence Investment of NATO Countries (2014–2026) και αφορούν τις εκτιμήσεις για το 2026. Η ημερομηνία διακοπής συλλογής στοιχείων της έκθεσης είναι η 3η Ιουλίου 2026 [10]. Η χρήση των δεδομένων του ΝΑΤΟ επιτρέπει μεγαλύτερη συγκρισιμότητα, καθώς οι εθνικές αμυντικές δαπάνες υπολογίζονται βάσει κοινού ορισμού. Τα ποσοστά που χρησιμοποιούνται εδώ αφορούν τις βασικές αμυντικές δαπάνες σύμφωνα με τον ορισμό του ΝΑΤΟ, δηλαδή την κατηγορία στην οποία αντιστοιχεί η δέσμευση για τουλάχιστον 3,5% του ΑΕΠ. Δεν περιλαμβάνουν το πρόσθετο έως 1,5% των ευρύτερων επενδύσεων άμυνας και ασφάλειας που προβλέπει η δέσμευση της Χάγης [1][10].
Οι δύο μεταβλητές δεν είναι χρονικά ταυτόσημες. Η βοήθεια προς την Ουκρανία αποτελεί σωρευτικό μέγεθος από το 2022 έως τον Ιούνιο του 2026, ενώ οι αμυντικές δαπάνες αποτελούν ετήσια εκτίμηση για το 2026. Επιπλέον, το ποσοστό της βοήθειας προς την Ουκρανία υπολογίζεται έναντι του ΑΕΠ του 2021, ενώ οι αμυντικές δαπάνες έναντι του αντίστοιχου ΑΕΠ του 2026. Για τον λόγο αυτό τα δύο ποσοστά δεν προστίθενται μεταξύ τους. Αντίθετα, κάθε χώρα κατατάσσεται ξεχωριστά σε κάθε μεταβλητή.
Η ανάλυση καλύπτει 26 από τα 30 ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ για τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν συγκρίσιμα στοιχεία και για τους δύο δείκτες. Η Αλβανία, το Μαυροβούνιο και η Βόρεια Μακεδονία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των χωρών-δωρητών που καλύπτει το Ukraine Support Tracker, ενώ η Ισλανδία, παρότι περιλαμβάνεται στο Tracker, δεν διαθέτει μόνιμες ένοπλες δυνάμεις και δεν εμφανίζεται με συγκρίσιμο ποσοστό αμυντικών δαπανών στον σχετικό πίνακα του ΝΑΤΟ [8][10].
Η χώρα με την υψηλότερη τιμή λαμβάνει την πρώτη θέση. Σε περίπτωση ισοβαθμίας, οι χώρες λαμβάνουν την ίδια θέση και η επόμενη θέση προσαρμόζεται αναλόγως. Στη συνέχεια δημιουργείται ο Δείκτης Σχετικής Επιβάρυνσης: Δείκτης Σχετικής Επιβάρυνσης = (27 - Κατάταξη στη βοήθεια προς την Ουκρανία) + (27 - Κατάταξη στις αμυντικές δαπάνες). Με 26 χώρες στο δείγμα, η πρώτη θέση σε έναν επιμέρους δείκτη αποδίδει 26 βαθμούς, η δεύτερη 25 κ.ο.κ. Οι δύο μεταβλητές λαμβάνουν ίσο βάρος. Η επιλογή αυτή γίνεται για λόγους αναλυτικής απλότητας και δεν υποδηλώνει ότι οι δύο μορφές συνεισφοράς είναι κατ’ ανάγκην ισοδύναμες ως προς τη στρατηγική τους αξία. Ο δείκτης έχει επομένως έναν συγκεκριμένο και περιορισμένο σκοπό: να αναδείξει ποιες χώρες συνδυάζουν υψηλές σχετικές θέσεις τόσο στην άμεση στήριξη προς την Ουκρανία όσο και στις εθνικές αμυντικές δαπάνες.
Η Κορυφή Μετατοπίζεται προς τη Βαλτική και τη Βόρεια Ευρώπη
Η τελική κατάταξη παρουσιάζει ένα ιδιαίτερα σαφές γεωγραφικό μοτίβο.
Πίνακας 1. Οι υψηλότερες θέσεις στον Δείκτη Σχετικής Επιβάρυνσης
| Θέση | Χώρα | Βοήθεια προς Ουκρανία (% ΑΕΠ) | Αμυντικές δαπάνες (% ΑΕΠ) | Δείκτης |
|---|---|---|---|---|
| 1 | Λιθουανία | 2,86 | 5,33 | 50 |
| 1 | Εσθονία | 3,06 | 5,10 | 50 |
| 3 | Δανία | 3,46 | 3,49 | 47 |
| 4 | Λετονία | 2,11 | 4,92 | 45 |
| 5 | Σουηδία | 2,12 | 3,22 | 42 |
| 5 | Νορβηγία | 2,75 | 3,17 | 42 |
| 7 | Πολωνία | 1,02 | 4,68 | 41 |
| 8 | Φινλανδία | 1,50 | 2,65 | 36 |
| 9 | Γερμανία | 0,85 | 2,69 | 34 |
| 9 | Ολλανδία | 1,31 | 2,58 | 34 |
Σημείωση μεθοδολογίας: Ο Δείκτης Σχετικής Επιβάρυνσης συνδυάζει την κατάταξη κάθε χώρας στη διμερή βοήθεια προς την Ουκρανία ως ποσοστό του ΑΕΠ και στις αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι δύο μεταβλητές λαμβάνουν ίσο βάρος. Τα στοιχεία για τη βοήθεια είναι σωρευτικά έως τον Ιούνιο του 2026, ενώ οι αμυντικές δαπάνες αφορούν εκτιμήσεις για το 2026. Πηγές: Kiel Institute και NATO. Υπολογισμοί συγγραφέα.
Οι οκτώ πρώτες θέσεις καταλαμβάνονται αποκλειστικά από τις τρεις χώρες της Βαλτικής, τέσσερις Νορδικές χώρες και την Πολωνία. Η Λιθουανία και η Εσθονία ισοβαθμούν στην κορυφή με 50 βαθμούς, αλλά φτάνουν εκεί με ελαφρώς διαφορετικό συνδυασμό. Η Λιθουανία διαθέτει τη μεγαλύτερη αναλογική αμυντική δαπάνη του δείγματος, στο 5,33% του ΑΕΠ, και βρίσκεται τρίτη στη βοήθεια προς την Ουκρανία. Η Εσθονία είναι δεύτερη και στους δύο επιμέρους δείκτες, με 3,06% του ΑΕΠ σε διμερείς κατανομές βοήθειας και εκτιμώμενη αμυντική δαπάνη 5,10%. Η Δανία παρουσιάζει διαφορετικό προφίλ. Με διμερείς κατανομές ίσες με 3,46% του ΑΕΠ της, βρίσκεται στην πρώτη θέση του συγκεκριμένου δείκτη. Οι αμυντικές της δαπάνες, στο 3,49%, την τοποθετούν έκτη στη σχετική κατάταξη και τρίτη συνολικά. Η Λετονία βρίσκεται τέταρτη, ενώ Νορβηγία και Σουηδία ισοβαθμούν στην πέμπτη θέση. Ακολουθούν η Πολωνία και η Φινλανδία.
Άλλο το Απόλυτο Μέγεθος και Άλλο η Αναλογική Επιβάρυνση
Η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν η ίδια συνεισφορά εξετάζεται σε απόλυτους αριθμούς. Η Γερμανία αποτελεί με σαφή διαφορά τον μεγαλύτερο τον μεγαλύτερο διμερή δωρητή προς την Ουκρανία μεταξύ των χωρών του δείγματος, με κατανομές ύψους 30,63 δισ. ευρώ. Ακολουθεί το Ηνωμένο Βασίλειο με 22,50 δισ. ευρώ. Στη συνέχεια, ωστόσο, εμφανίζεται μια ομάδα σημαντικά μικρότερων οικονομιών: η Δανία με 11,64 δισ. ευρώ, η Σουηδία με 11,40 δισ., η Νορβηγία με 11,22 δισ. και η Ολλανδία με 11,20 δισ. ευρώ. Η Γαλλία ακολουθεί με 7,91 δισ. ευρώ.
Οι αριθμοί αυτοί αναδεικνύουν γιατί η διάκριση μεταξύ απόλυτου και αναλογικού μεγέθους είναι ουσιαστική. Η Γερμανία βρίσκεται πρώτη σε απόλυτη διμερή βοήθεια αλλά δέκατη ως προς τη βοήθεια σε ποσοστό του ΑΕΠ. Από αυτό φαίνεται ότι οι δύο τρόποι μέτρησης απαντούν σε διαφορετικές ερωτήσεις. Τα απόλυτα μεγέθη αποτυπώνουν πόσους πραγματικούς πόρους κινητοποιεί ένα κράτος. Η αναλογική μέτρηση αποτυπώνει πόσο μεγάλη είναι η συγκεκριμένη προσπάθεια σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας του. Υπό αυτό το πρίσμα, κανένα από τα δύο δεν είναι από μόνο του επαρκές.
Οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις Δεν Παρουσιάζουν Ενιαία Εικόνα
Τα στοιχεία καθιστούν επίσης αναγκαία μια πιο διαφοροποιημένη προσέγγιση των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Η Γερμανία βρίσκεται στην 9η θέση του Δείκτη Σχετικής Επιβάρυνσης και το Ηνωμένο Βασίλειο στην 11η. Πρόκειται επομένως για δύο χώρες που συνδυάζουν πολύ μεγάλη απόλυτη συνεισφορά με μεσαία έως υψηλή αναλογική θέση. Η Γαλλία βρίσκεται χαμηλότερα, στη 14η θέση, με βοήθεια προς την Ουκρανία ίση με 0,32% του ΑΕΠ και αμυντικές δαπάνες 2,22%. Πιο χαμηλά βρίσκονται η Ιταλία, στην 20ή θέση μαζί με το Βέλγιο, και η Ισπανία, στην 26η.
Επομένως, τα αποτελέσματα δεν υποστηρίζουν μια απλή διάκριση μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών» κρατών. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες εμφανίζουν σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, ενώ ορισμένα μεσαία και μικρότερα κράτη καταλαμβάνουν πολύ υψηλότερες σχετικές θέσεις. Η κατανομή που παρατηρείται σήμερα δεν εμφανίζει ένα απλό μοτίβο στο οποίο το μεγαλύτερο οικονομικό μέγεθος συνδέεται με μεγαλύτερη αναλογική επιβάρυνση.
Δύο Ασύμμετρα Προφίλ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν χώρες στις οποίες οι δύο επιμέρους κατατάξεις αποκλίνουν σημαντικά. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη θέση των αμυντικών δαπανών, με εκτιμώμενο ποσοστό 3,65% του ΑΕΠ, αλλά στην 24η θέση ως προς τις διμερείς κατανομές βοήθειας προς την Ουκρανία. Ο συνδυασμός αυτός την τοποθετεί στη 12η θέση του συνολικού δείκτη. Αντίστοιχα, η Τουρκία βρίσκεται ένατη στις αμυντικές δαπάνες, με 2,85% του ΑΕΠ, αλλά 26η στη διμερή στήριξη προς την Ουκρανία. Κατατάσσεται έτσι 17η συνολικά, ισοβαθμώντας με τη Ρουμανία και το Λουξεμβούργο.
Οι περιπτώσεις αυτές αναδεικνύουν ένα βασικό χαρακτηριστικό της μέτρησης, το οποίο αξίζει να διευκρινιστεί. Οι εθνικές αμυντικές δαπάνες δεν αποτελούν αποκλειστικά αντίδραση σε ένα μεμονωμένο γεγονός. Αντανακλούν το σύνολο των στρατηγικών αναγκών, δεσμεύσεων και προτεραιοτήτων ασφαλείας κάθε χώρας. Ο συγκεκριμένος δείκτης μετρά επομένως το επίπεδο της σχετικής αμυντικής επιβάρυνσης, όχι τα κίνητρα που οδήγησαν σε αυτό.
Η διάκριση είναι σημαντική και για την ερμηνεία των κρατών της κορυφής. Η γεωγραφική συγκέντρωση των υψηλότερων θέσεων στη Βαλτική, στη Βόρεια Ευρώπη και στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ είναι συμβατή με την υπόθεση ότι η αντίληψη μιας περισσότερο άμεσης απειλής μπορεί να συνδέεται με μεγαλύτερη αμυντική προσπάθεια. Η συγκεκριμένη ανάλυση, όμως, δεν μετρά άμεσα την αντίληψη απειλής ούτε μπορεί να απομονώσει την επίδρασή της από άλλους παράγοντες.
Τι Δεν Μετρά ο Δείκτης
Ο Δείκτης Σχετικής Επιβάρυνσης πρέπει να διαβαστεί μέσα στα όρια για τα οποία έχει κατασκευαστεί.
Πρώτον, η μετατροπή των πραγματικών τιμών σε θέσεις κατάταξης αφαιρεί πληροφορία για την απόσταση μεταξύ των χωρών. Η διαφορά μεταξύ 5,33% και 5,10% στις αμυντικές δαπάνες μεταφράζεται σε μία θέση, όπως μπορεί να συμβαίνει και με πολύ μικρότερες διαφορές. Για τον λόγο αυτό οι πραγματικές τιμές πρέπει πάντοτε να εξετάζονται παράλληλα με τη βαθμολογία.
Δεύτερον, όπως διευκρινίστηκε στη Μεθοδολογία, οι δύο μεταβλητές έχουν διαφορετικό χρονικό χαρακτήρα.
Τρίτον, οι αμυντικές δαπάνες του 2026 αποτελούν εκτιμήσεις και μπορούν να αναθεωρηθούν.
Τέταρτον, η μέτρηση δεν περιλαμβάνει τη βοήθεια προς τους Ουκρανούς πρόσφυγες στις χώρες υποδοχής, τις συνεισφορές μέσω όλων των ευρωπαϊκών μηχανισμών, τη φιλοξενία ή ανάπτυξη συμμαχικών δυνάμεων, τις πληροφορίες, την κυβερνοασφάλεια, την ποιότητα των στρατιωτικών δυνατοτήτων, την αμυντική βιομηχανική παραγωγή ή την αποτελεσματικότητα με την οποία μετατρέπονται οι δαπάνες σε πραγματική στρατιωτική ισχύ.
Ο δείκτης επομένως δεν απαντά στο ερώτημα «ποιο κράτος είναι σημαντικότερο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια». Απαντά σε ένα στενότερο αλλά εξίσου χρήσιμο ερώτημα: ποια κράτη καταλαμβάνουν τις υψηλότερες σχετικές θέσεις όταν συνδυάζονται δύο συγκεκριμένες και μετρήσιμες μορφές επιβάρυνσης;
Συμπεράσματα
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν έχει έναν μόνο τρόπο μέτρησης. Σε απόλυτους αριθμούς, οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένουν καθοριστικές. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν κινητοποιήσει πολύ περισσότερους πόρους για την Ουκρανία από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και το οικονομικό και στρατιωτικό τους μέγεθος τους επιτρέπει να διαδραματίζουν ρόλο που δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε έναν αναλογικό δείκτη. Η εικόνα όμως μεταβάλλεται όταν το ερώτημα δεν αφορά το συνολικό μέγεθος της συνεισφοράς, αλλά την επιβάρυνση σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε κράτους. Σε αυτή την περίπτωση, οι χώρες της Βαλτικής και οι Νορδικές χώρες εμφανίζονται με ιδιαίτερη συνέπεια στις υψηλότερες θέσεις.
Η γεωγραφία, οι διαφορετικές αντιλήψεις απειλής, οι εθνικές στρατηγικές προτεραιότητες, οι υφιστάμενες αμυντικές δομές και η πολιτική επιλογή του επιπέδου στήριξης προς την Ουκρανία αποτελούν πιθανούς παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν στην ερμηνεία των διαφορών. Η αποτίμηση της σχετικής σημασίας τους απαιτεί περαιτέρω ανάλυση. Αυτό που μπορεί να υποστηριχθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα από τα δεδομένα είναι πιο συγκεκριμένο: το βάρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο όταν μετριέται σε απόλυτους και όταν μετριέται σε αναλογικούς όρους. Οι δύο εικόνες δεν αναιρούν η μία την άλλη. Είναι συμπληρωματικές. Και η κατανόηση της διαφοράς μεταξύ τους είναι απαραίτητη για μια πιο ολοκληρωμένη συζήτηση σχετικά με τον επιμερισμό των βαρών στην Ευρώπη.


