Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 έφερε στο προσκήνιο μια σειρά από ζητήματα που η Ευρωπαϊκή Ένωση κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Ένα από τα σημαντικότερα ήταν η εξάρτησή της από τρίτες χώρες για αγαθά και πρώτες ύλες κρίσιμες για την οικονομία και την ασφάλειά της. Η πιο εμφανής περίπτωση ήταν η ενέργεια. Τον Μάιο του 2022 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το REPowerEU, με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας, τη διαφοροποίηση των προμηθευτών και τη σταδιακή απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Η πρόοδος υπήρξε σημαντική. Μεταξύ 2021 και 2025, η ΕΕ περιόρισε σημαντικά την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία, μειώνοντας το μερίδιο της στις εισαγωγές φυσικού αερίου από 45% σε 13% και πετρελαίου από 27% σε 3%, ενώ οι εισαγωγές ρωσικού άνθρακα μηδενίστηκαν [1].

Γράφημα 1: Μεταβολή του μεριδίου της Ρωσίας στις ενεργειακές εισαγωγές της ΕΕ, ανά καύσιμο, από το 2021 έως το 2025. Πηγή: European Commission.

Ωστόσο, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη όταν η προσοχή μετατοπίζεται σε άλλες στρατηγικές εξαρτήσεις, όπως εκείνες που αφορούν τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2025 η ΕΕ εισήγαγε περίπου 15.100 τόνους σπάνιων γαιών. Η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής, με 46,8% των συνολικών εισαγωγών, όμως στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Ρωσία με 25,9%, ή περίπου 3.900 τόνους. Ακολούθησε η Μαλαισία με 23,1%, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευαν μόλις το 0,9% [2]. Συνεπώς, τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, περισσότερο από το ένα τέταρτο των εισαγωγών της ΕΕ σε αυτή την κατηγορία εξακολουθούσε να προέρχεται από τη Ρωσία.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με το 2022. Εκείνη τη χρονιά η Ρωσία κάλυπτε το 25% των εισαγωγών σπάνιων γαιών της ΕΕ, περίπου 4.500 τόνους [3]. Το ποσοστό υποχώρησε στο 22% (4.000 τόνοι) το 2023, αυξήθηκε στο 28,4% (3.700 τόνοι) το 2024 και διαμορφώθηκε στο 25,9% το 2025 [2],[4],[5]. Όπως παρατηρείται, οι ποσότητες έχουν μειωθεί σε σχέση με το 2022, αλλά το μερίδιο της Ρωσίας στις συνολικές εισαγωγές βρίσκεται ουσιαστικά στο ίδιο επίπεδο. Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι η πρόοδος δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους στρατηγικούς τομείς.

Πίνακας 1. Εισαγωγές σπάνιων γαιών της ΕΕ από τη Ρωσία, 2022–2025

ΈτοςΜερίδιο ΡωσίαςΠοσότητα
202225%4.500 τόνοι
202322%4.000 τόνοι
202428,4%3.700 τόνοι
202525,9%3.900 τόνοι

Η αντίθεση γίνεται περισσότερο εμφανής αν εξεταστεί το σύνολο των οικονομικών σχέσεων ΕΕ-Ρωσίας. Το συνολικό εμπόριο αγαθών μεταξύ των δύο πλευρών μειώθηκε από 257,5 δισ. ευρώ το 2021 σε 58,1 δισ. ευρώ το 2025, ενώ η Ρωσία το 2025 αντιπροσώπευε μόλις το 1,1% του συνολικού εμπορίου αγαθών της ΕΕ με τον υπόλοιπο κόσμο [6]. Συνεπώς, η γενική τάση δείχνει ότι η οικονομική σχέση έχει συρρικνωθεί δραστικά. Οι σπάνιες γαίες αποτελούν όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τομέα στον οποίο η αλλαγή είναι πολύ πιο περιορισμένη.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη Ρωσία. Κίνα και Ρωσία μαζί αντιπροσώπευαν το 72,7% των εισαγωγών σπάνιων γαιών της ΕΕ το 2025, ενώ μαζί με τη Μαλαισία το ποσοστό έφθανε το 95,8% [2]. Η μεγάλη γεωγραφική συγκέντρωση της προσφοράς δείχνει ότι η αντικατάσταση ενός προμηθευτή δεν είναι πάντοτε απλή υπόθεση. Η προσπάθεια απεξάρτησης από μια χώρα μπορεί απλώς να μεταφέρει την εξάρτηση σε ένα άλλο κράτος.

Γιατί όμως η συγκεκριμένη παρατήρηση έχει γεωπολιτικό βάρος; Οι σπάνιες γαίες είναι ομάδα 17 στοιχείων που χρησιμοποιούνται σε κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ιατρικές τεχνολογίες, ανεμογεννήτριες και ηλεκτρικά οχήματα. Έχουν όμως και άμεσες αμυντικές εφαρμογές, μεταξύ άλλων σε δορυφορικές επικοινωνίες, συστήματα καθοδήγησης και αεροπορικές κατασκευές [2]. Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός Critical Raw Materials Act κατατάσσει συγκεκριμένες σπάνιες γαίες που χρησιμοποιούνται σε μόνιμους μαγνήτες στις στρατηγικές πρώτες ύλες, λόγω της σημασίας τους για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την άμυνα και την αεροδιαστημική βιομηχανία [7].

Η ΕΕ έχει ήδη αναγνωρίσει τον κίνδυνο. Ο Critical Raw Materials Act θέτει ως στόχο έως το 2030 τουλάχιστον το 10% της ετήσιας ευρωπαϊκής κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών να μπορεί να καλύπτεται από εξόρυξη εντός ΕΕ, το 40% από ευρωπαϊκή επεξεργασία και το 25% από ανακύκλωση. Παράλληλα, επιδιώκει καμία τρίτη χώρα να μην καλύπτει περισσότερο από το 65% της ετήσιας κατανάλωσης της Ένωσης για κάθε στρατηγική πρώτη ύλη [7][8].

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα στοιχεία για τις σπάνιες γαίες δεν αναιρούν όσα έχει πετύχει η Ευρώπη μετά το 2022. Αποκαλύπτουν όμως τα όρια της διαδικασίας απεξάρτησης. Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι μια κατάσταση που επιτυγχάνεται άμεσα και οριστικά σε όλους τους τομείς. Μπορεί η εξάρτηση από τη Ρωσία να έχει περιοριστεί σημαντικά στην ενέργεια και στο συνολικό εμπόριο, αλλά να παραμένει ουσιαστική σε συγκεκριμένες αλυσίδες εφοδιασμού.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο έχει απομακρυνθεί η Ευρώπη από τη Ρωσία. Είναι και κατά πόσο έχει αποκτήσει τις εναλλακτικές πηγές, την παραγωγική ικανότητα και την ανθεκτικότητα που θα της επιτρέψουν να αντιμετωπίσει την επόμενη γεωπολιτική κρίση χωρίς να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με στρατηγικές εξαρτήσεις από εξωτερικούς δρώντες. Στην περίπτωση των σπάνιων γαιών, τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η ανεξαρτησία παραμένει ακόμη υπό διαμόρφωση.