“Μακάρι ο Θεός να μην είχε δημιουργήσει ποτέ τις γυναίκες. Αν είναι να είμαστε τόσο άτυχες, τότε ίσως να μην αξίζει καν να ζούμε” εξομολογείται μια 19χρονη Αφγανή μπροστά στα μάτια της διεθνούς κοινότητας [1] και μέσα σε αυτή τη φράση χωράει η σύγχρονη πραγματικότητα μιας γυναίκας στο Αφγανιστάν.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν, οι περιορισμοί έχουν αγγίξει σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής των γυναικών: από το σχολείο και την εργασία μέχρι τη μετακίνηση, την πρόσβαση στην υγεία και την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο [2]. Η αρχή, όμως, γίνεται πολύ νωρίτερα. Για εκατομμύρια κορίτσια, ο αποκλεισμός από την εκπαίδευση είναι το πρώτο όριο που συναντούν καθώς μεγαλώνουν. Από τον Σεπτέμβριο του 2021, τα κορίτσια στο Αφγανιστάν μπορούν να φοιτούν στο σχολείο μόνο μέχρι την έκτη τάξη [3]. Μετά, οι σχολικές πόρτες κλείνουν.
Η εκπαίδευση είναι κάτι περισσότερο από ένα θεμελιώδες δικαίωμα. Είναι η αφετηρία για μια σειρά από επιλογές που ακολουθούν αργότερα. Γι΄αυτό και η ιστορία της Μαλάλα Γιουσαφζάι αποκτά διαφορετικό βάρος όταν τη δει κανείς υπό το πρίσμα του σύγχρονου Αφγανιστάν. Το 2012, στα δεκαπέντε της, πυροβολήθηκε από ένοπλο των Ταλιμπάν στο Πακιστάν καθώς είχε υπερασπιστεί δημόσια το δικαίωμα των κοριτσιών να πηγαίνουν σχολείο [4]. Εκείνη την εποχή, η επίθεση εναντίον μιας μαθήτριας μπορούσε ακόμη να αντιμετωπίζεται ως μια ακραία πράξη βίας απέναντι σε ένα κορίτσι που μιλούσε. Σήμερα, στο Αφγανιστάν, ο αποκλεισμός δεν χρειάζεται να έρθει με μια σφαίρα. Μπορεί να έρθει με ένα διάταγμα.
Το τίμημα αυτού του αποκλεισμού γίνεται ορατό και πέρα από το σχολείο. Το 2024, περίπου 3,8 εκατομμύρια κορίτσια ηλικίας 7 έως 18 ετών βρίσκονταν εκτός σχολείου, εκ των οποίων περισσότερα από 2,6 εκατομμύρια ήταν έφηβες [5]. Και όσο μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει χωρίς πρόσβαση στην εκπαίδευση, το Αφγανιστάν χάνει ταυτόχρονα τις γυναίκες που θα μπορούσαν να στελεχώσουν τις βασικές του υπηρεσίες. Ήδη ο αριθμός των γυναικών εκπαιδευτικών στην βασική εκπαίδευση έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 9%, από σχεδόν 73.000 το 2022 σε περίπου 66.000 το 2024, ενώ η γυναικεία παρουσία στη δημόσια διοίκηση υποχώρησε από 21% το 2023 σε 17,7% το 2025 [6]. Αν οι σημερινοί περιορισμοί συνεχιστούν, η UNICEF εκτιμά ότι έως το 2030 μπορεί να χαθούν ακόμη 20.000 γυναίκες εκπαιδευτικοί και 5.400 εργαζόμενες στον χώρο της υγείας [6].
Και ενώ έτσι προδιαγράφεται το μέλλον μιας ολόκληρης γενιάς, η απαγόρευση έχει πάψει να είναι εξαίρεση και έχει γίνει καθημερινότητα. Η μπλε μπούρκα παραμένει η πιο αναγνωρίσιμη εικόνα αυτής της πραγματικότητας, όμως πίσω από αυτήν βρίσκεται ένα ολόκληρο πλέγμα κανόνων που καθορίζει πού μπορεί να πάει μια γυναίκα, πώς μπορεί να μετακινηθεί και ακόμη και αν μπορεί να ακουστεί. Η νομοθεσία που τέθηκε σε ισχύ το 2024 απαιτεί από τις γυναίκες να καλύπτουν το σώμα και το πρόσωπό τους στον δημόσιο χώρο και προβλέπει περιορισμούς στη μετακίνησή τους χωρίς “mahram” (άνδρα συγγενή που θεωρείται επιτρεπτός συνοδός βάσει των σχετικών κανόνων) [7], ενώ ακόμη και η γυναικεία φωνή έξω από το σπίτι θεωρείται ως αντικείμενο απαγόρευσης [8].
Οι φραγμοί φτάνουν μέχρι τους χώρους όπου μια γυναίκα μπορεί απλώς να περάσει τον χρόνο της. Ειδικότερα, γυναίκες και κορίτσια έχουν αποκλειστεί από πάρκα, γυμναστήρια και δημόσια λουτρά [9]. Ακόμη και η πρόσβαση στην υγεία γίνεται δυσκολότερη. Η απαίτηση συνοδείας μπορεί να εμποδίσει μια γυναίκα να φτάσει εγκαίρως σε μια δομή υγείας, ενώ, παράλληλα η απαγόρευση της εκπαίδευσης των γυναικών στην ιατρική έχει ήδη περιορίσει την επόμενη γενιά γυναικών γιατρών, νοσηλευτριών και μαιών. Η UN Women προειδοποιεί ότι ο αριθμός των διαθέσιμων γυναικών επαγγελματιών υγείας θα μειώνεται περαιτέρω, την ώρα που σε πολλές περιοχές η περίθαλψη από άνδρες επαγγελματίες υγείας δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή ή περιορίζεται από τις πολιτικές των de facto αρχών [10].
Οι καταστολές δεν σταματούν στην πόρτα του σπιτιού. Ο νέος ποινικός κώδικας που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2026 περιορίζει την ποινική ευθύνη για τη βία ενός συζύγου εναντίον της γυναίκας του εφόσον δεν προκληθεί συγκεκριμένου βαθμού σωματική βλάβη. Ακόμη και σε περίπτωση που η γυναίκα μπορέσει να αποδείξει την κακοποίηση ενώπιον δικαστή, η προβλεπόμενη ποινή είναι μόλις δεκαπέντε ημέρες φυλάκισης [11], ενώ την ίδια στιγμή, γυναίκα που επισκέπτεται την οικογένειά της χωρίς την άδεια του συζύγου της μπορεί να αντιμετωπίσει ποινή φυλάκισης έως και τριών μηνών [11].
Η εικόνα αυτής της πραγματικότητας ταξιδεύει πολύ πιο μακριά από τα σύνορα του Αφγανιστάν. Τους τελευταίους μήνες, πλατφόρμες όπως το TikTok και το Instagram έχουν γεμίσει με βίντεο που αντιπαραβάλλουν τις ελευθερίες που θεωρούνται αυτονόητες σε άλλες κοινωνίες με όσα στερούνται καθημερινά οι Αφγανές γυναίκες. Μια εικόνα, ένα σύντομο βίντεο 15 δευτερολέπτων ή ένα σύνθημα μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να φτάσει σε εκατομμύρια ανθρώπους και να μετατρέψει μια μακρινή, συχνά δυσνόητη πραγματικότητα σε κάτι ορατό και προσωπικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι φράσεις όπως το «Just because you have rights today does not mean that you will have rights tomorrow» της Sheryl Lee Ralph αναπαράγονται ξανά και ξανά σε βίντεο που συνοδεύονται από εικόνες από το Αφγανιστάν [12]. Μαζί με συνθήματα όπως το «No woman is free until all women are free» [13], αναπαράγονται από χρήστες που προσπαθούν να κρατήσουν το ζήτημα ορατό. Το ερώτημα, όμως, είναι τι συμβαίνει όταν η ευαισθητοποίηση τελειώνει στην οθόνη. Ένα βίντεο μπορεί να κάνει μια πραγματικότητα γνωστή, αλλά δεν μπορεί από μόνο του να αλλάξει έναν νόμο, να ανοίξει μια σχολική πόρτα ή να επιτρέψει σε μια γυναίκα να περάσει τα σύνορα ενός ελεγχόμενου δημόσιου χώρου. Από εδώ και πέρα, η διεθνής αντίδραση δεν μετριέται σε views αλλά σε εργαλεία.
Η UNAMA, η πολιτική αποστολή του ΟΗΕ στο Αφγανιστάν, παρακολουθεί και καταγράφει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στηρίζει την ανθρωπιστική βοήθεια και διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας με τις de facto αρχές. Τον Ιούνιο του 2026, το Συμβούλιο Ασφαλείας ανανέωσε την εντολή της έως τον Ιούνιο του 2027, διατηρώντας στις προτεραιότητές της την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ισότητα γυναικών και κοριτσιών [14]. Η UNAMA μπορεί να καταγράψει μια απαγόρευση, να την καταγγείλει και να ασκήσει πίεση για την άρση της. Ωστόσο, η εντολή της δεν της παρέχει εξουσία να ακυρώνει μονομερώς τους περιορισμούς [14][15].
Αν ο ΟΗΕ μπορεί να καταγράψει και να πιέσει, τότε η διεθνής δικαιοσύνη μπορεί να αποδώσει ευθύνη. Τον Ιούλιο του 2025, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον ανώτατο ηγέτη των Ταλιμπάν, Haibatullah Akhundzada, και τον ανώτατο δικαστικό αξιωματούχο Abdul Hakim Haqqani, για το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας της δίωξης λόγω φύλου. Το ICC εξακολουθεί να ερευνά την κατάσταση στο Αφγανιστάν, όμως οι δύο άνδρες παραμένουν “at large” (το πρόσωπο δεν βρίσκεται υπό κράτηση και δεν έχει συλληφθεί) [16][17]. Το ένταλμα, επομένως, αποτελεί βήμα προς την απόδοση ποινικής ευθύνης και αυξάνει το κόστος της διεθνούς απομόνωσης, αλλά δεν ισοδυναμεί με σύλληψη, καθώς το Δικαστήριο δεν διαθέτει δική του αστυνομία και χρειάζεται τη συνεργασία των κρατών για να εκτελέσει τα εντάλματα [18].
Μια διαφορετική διαδικασία έχει κινηθεί μέσω της CEDAW. Τον Σεπτέμβριο του 2024, Αυστραλία, Καναδάς, Γερμανία και Ολλανδία ενεργοποίησαν τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών της Σύμβασης, υποστηρίζοντας ότι το Αφγανιστάν παραβιάζει συστηματικά τις υποχρεώσεις του απέναντι στις γυναίκες και τα κορίτσια [19]. Η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει, υπό τις προϋποθέσεις της Σύμβασης, σε προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμη σε αυτό το στάδιο. Οι περιορισμοί των Ταλιμπάν δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως πολιτικό ζήτημα, αλλά και ως ζήτημα διεθνούς νομικής ευθύνης του Αφγανιστάν [19].
Οι επιλογές της διεθνούς κοινότητας είναι ήδη διατυπωμένες: διατήρηση της διπλωματικής πίεσης, στοχευμένες κυρώσεις και ενίσχυση των μηχανισμών διεθνούς λογοδοσίας [21]. Παράλληλα, ο ΟΗΕ υπογραμμίζει τη σημασία της συνέχισης της ανθρωπιστικής βοήθειας και της στήριξης των Αφγανών γυναικών και των οργανώσεών τους [20].
Παράλληλα, ο ΟΗΕ έχει ζητήσει μεγαλύτερη στήριξη στις Αφγανές οργανώσεις και στις γυναίκες υπερασπίστριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και χρηματοδότηση που να επιτρέπει στις ίδιες να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του μέλλοντος της χώρας [20]. Σε επίπεδο διεθνούς πίεσης, η Επιτροπή CEDAW έχει ζητήσει τη χρήση στοχευμένων κυρώσεων, όρων στη διεθνή βοήθεια και διπλωματικής πίεσης προς τις de facto αρχές, συνδέοντας τη χρηματοδοτική βοήθεια και την εξομάλυνση των σχέσεων με μετρήσιμη πρόοδο στην πολιτική συμμετοχή των γυναικών [21].
Το πρόβλημα είναι ότι κάθε ένα από αυτά τα εργαλεία έχει διαφορετικό αποτέλεσμα. Οι κυρώσεις μπορούν να αυξήσουν το κόστος για συγκεκριμένα πρόσωπα. Η δικαιοσύνη μπορεί να δημιουργήσει λογοδοσία. Η διπλωματία μπορεί να κρατήσει ανοιχτό έναν δίαυλο. Η ανθρωπιστική βοήθεια μπορεί να αποτρέψει την περαιτέρω επιδείνωση της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Κανένα, όμως, δεν μπορεί μόνο του να ανοίξει τα σχολεία ή να καταργήσει τους περιορισμούς που εφαρμόζονται καθημερινά.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο ερώτημα: τι μπορεί πραγματικά να κάνει η διεθνής κοινότητα όταν διαθέτει τρόπους να πιέσει, να καταγράψει, να επιβάλει κυρώσεις και να αποδώσει ευθύνη, αλλά κανέναν μηχανισμό που να μπορεί από μόνος του να μετατρέψει την πίεση σε αλλαγή;
Γιατί κάπου στο Αφγανιστάν, ένα κορίτσι μεγαλώνει ακόμη με ένα όνειρο που δεν της έχει επιτραπεί να δοκιμάσει. Ίσως θέλει να γίνει γιατρός, δικηγόρος, δημοσιογράφος ή διπλωμάτης. Ίσως απλώς θέλει να τελειώσει το σχολείο και να ανακαλύψει μόνη της τι μπορεί να γίνει. Αυτό που τη χωρίζει από εκατομμύρια άλλα κορίτσια στον κόσμο δεν είναι το ταλέντο, η ευφυΐα ή η φιλοδοξία της. Είναι ότι το δικαίωμα να αποφασίσει για το μέλλον της έχει διεκδικηθεί από άλλους πριν προλάβει να το διεκδικήσει η ίδια.
Και όσο η διεθνής κοινότητα αναζητά αποτελεσματικότερους τρόπους να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της, εκείνη περιμένει ακόμη κάτι πολύ πιο απλό: την ευκαιρία να ανακαλύψει ποια θα μπορούσε να γίνει.
