Τον Ιούνιο του 2016 πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μια σημαντική πρωτοβουλία στη σύγχρονη ιστορία της Ορθοδοξίας. Μεταξύ των ζητημάτων που ανέδειξε ήταν η κατάσταση των χριστιανών της Μέσης Ανατολής, η οποία επιδεινωνόταν εξαιτίας των ένοπλων συγκρούσεων, των διώξεων και της βίαιης δράσης του Ισλαμικού Κράτους (ISIS/Da’esh). Η Εγκύκλιός της κατήγγειλε διώξεις, εκτοπισμούς και εξαναγκαστικούς προσηλυτισμούς και ζήτησε από τις κυβερνήσεις της περιοχής να διασφαλίσουν την παραμονή των κοινοτήτων στις πατρογονικές τους εστίες [1]. Η συνοδική αυτή πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε, ωστόσο, υπό συνθήκες ενδορθόδοξης διαφωνίας. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας, το οποίο έχει άμεση ποιμαντική ευθύνη για σημαντικό μέρος των Ορθοδόξων της Μέσης Ανατολής, δεν συμμετείχε στη Σύνοδο, όπως επίσης και το Πατριαρχείο Μόσχας και οι Εκκλησίες Βουλγαρίας και Γεωργίας [2]. Συνολικά, έλαβαν μέρος δέκα από τις δεκατέσσερις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Μια έκκληση χωρίς μηχανισμό
Η απόσταση ανάμεσα στη διακήρυξη και στη δράση φάνηκε από την αρχή. Η Σύνοδος δεν θέσπισε μόνιμο όργανο παρακολούθησης της κατάστασης των χριστιανών ούτε κοινό πλαίσιο συντονισμού της βοήθειας. Η ανθρωπιστική ανταπόκριση, όπου υπήρξε, ήρθε από επιμέρους φορείς, όπως το αναπτυξιακό τμήμα του ίδιου του Πατριαρχείου Αντιοχείας και οι International Orthodox Christian Charities [3], όχι από μια ενιαία πανορθόδοξη πολιτική. Η συμμετοχή του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών και άλλων εκκλησιαστικών οργανισμών στις προσπάθειες ανθρωπιστικής αρωγής εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πεδίο διαχριστιανικής συνεργασίας, το οποίο δεν πρέπει να συγχέεται με την ειδικότερη λειτουργία των πανορθόδοξων θεσμών. Οι διαφωνίες, εξάλλου, συνεχίστηκαν και μετά το τέλος των εργασιών: η Αντιόχεια δήλωσε ότι τα κείμενα δεν την δεσμεύουν, ενώ η Μόσχα και η Γεωργία διατύπωσαν επιφυλάξεις για το αν εκφράζεται πραγματική πανορθόδοξη συναίνεση [3].
Ο ρωσικός «προστάτης»
Στο κενό αυτό τοποθετήθηκε η Μόσχα. Μετά τη στρατιωτική της επέμβαση στη Συρία το 2015, η προστασία των χριστιανών εντάχθηκε στη ρωσική επιχειρηματολογία, με την υποστήριξη του Πατριαρχείου Μόσχας. Το 2016 καθαγιάστηκε παρεκκλήσι στη ρωσική αεροπορική βάση Χμεϊμίμ, εικόνα που συνέδεσε την εκκλησιαστική παρουσία με τη στρατιωτική [4].
Η επίκληση του ρόλου του προστάτη έχει βαθιές ρίζες. Από τον 19ο αιώνα η Ρωσία παρουσιαζόταν ως υπερασπίστρια των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και η διαμάχη για τους Αγίους Τόπους συνέβαλε στην κρίση που οδήγησε στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Στην Αντιόχεια, η Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Εταιρεία (1882) και η εκλογή του Άραβα Πατριάρχη Μελετίου Δουμανή το 1899, με ρωσική διπλωματική στήριξη, ενίσχυσαν την αραβική εκκλησιαστική ταυτότητα και περιόρισαν την κυριαρχία της ελληνικής ιεραρχίας [5]. Η στήριξη αυτή ήταν συγχρόνως εκκλησιαστική και εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Η σύγχρονη ρωσική εμπλοκή δεν εξηγείται, ωστόσο, μόνο με τη μέριμνα για τους χριστιανούς. Η ναυτική εγκατάσταση στην Ταρτούς, η βάση του Χμεϊμίμ και οι εξοπλιστικοί δεσμοί με τη Δαμασκό υπηρετούσαν την ισχύ της Μόσχας στη Μεσόγειο. Η θρησκευτική αλληλεγγύη ήταν υπαρκτή διάσταση, αλλά συνυπήρχε με στρατηγικούς στόχους. Ούτε η σχέση του καθεστώτος Άσαντ με τους χριστιανούς ήταν απλή «προστασία»: υπήρξε σύστημα ελεγχόμενης ενσωμάτωσης, με περιορισμένη πολιτική αυτονομία.
Όταν ο προστάτης δεν αρκεί
Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ, στις 8 Δεκεμβρίου 2024, έδειξε τα όρια ενός μοντέλου προστασίας που εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο καθεστώς. Στις 22 Ιουνίου 2025, βομβιστής αυτοκτονίας επιτέθηκε στον ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Ηλία στη Δαμασκό. Σύμφωνα με πρόταση ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η επίθεση άφησε τουλάχιστον 25 νεκρούς [7]. Την ευθύνη ανέλαβε η τζιχαντιστική οργάνωση Saraya Ansar al-Sunna, ενώ οι συριακές μεταβατικές αρχές απέδωσαν την επίθεση στο Ισλαμικό Κράτος. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) καταγράφει ότι, χωρίς επίσημα στοιχεία, οι χριστιανοί εκτιμάται ότι έπεσαν από περίπου 10% του πληθυσμού πριν από το 2011 σε περίπου 2%, δηλαδή γύρω στις 300.000 [8].
Ο κατάλογος δεν περιορίζεται στη Συρία: η έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού το 2020 [9], η εμπρηστική επίθεση στην Ταϊμπέ το 2025 [10], το πλήγμα στον Άγιο Πορφύριο της Γάζας το 2023 [11]. Οι αιτίες διαφέρουν. Το κοινό τους στοιχείο είναι η έκθεση των κοινοτήτων σε πόλεμο, εξτρεμισμό και θεσμική αστάθεια. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, στηρίζει διπλωματικά το Πατριαρχείο Αντιοχείας, όπως φάνηκε στη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Πατριάρχη Ιωάννη Ι΄ στις 16 Δεκεμβρίου 2024 [12]. Δεν διαθέτει όμως το στρατιωτικό εκτόπισμα που είχε η Ρωσία. Και η διπλωματική στήριξη, όσο πολύτιμη κι αν είναι, δεν ισοδυναμεί με εγγύηση ασφάλειας.
Η Αντιόχεια ανάμεσα σε Μόσχα και Φανάρι
Η ένταση ανάμεσα στην πανορθόδοξη ενότητα και στις επιμέρους επιλογές φάνηκε στο Ουκρανικό. Μετά τον Τόμο Αυτοκεφαλίας του 2019, η Αντιόχεια ζήτησε το ζήτημα να εξεταστεί πανορθόδοξα και δεν αναγνώρισε τη νέα εκκλησιαστική κατάσταση [13], θέση που τη φέρνει πρακτικά κοντά στη Μόσχα. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η στάση της υπαγορεύεται από το Κρεμλίνο: οι Εκκλησίες επικαλούνται διαφορετικές κανονικές ερμηνείες, ενώ βαραίνει και η εκκρεμής διαφορά της Αντιόχειας με τα Ιεροσόλυμα για το Κατάρ.
Το ίδιο ερώτημα ανέκυψε τον Νοέμβριο του 2025, στην επέτειο των 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας παρέστη αυτοπροσώπως, ενώ Αντιόχεια και Ιεροσόλυμα εκπροσωπήθηκαν από αντιπροσώπους [14]. Η επίδραση της ρωσικής πολιτικής είναι μία από τις ερμηνείες που ενδεχομένως διατυπώνονται, όχι αποδεδειγμένο αίτιο.
Η πρόσκληση του Φαναρίου
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κάλεσε τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων σε αδελφική Σύναξη στο Φανάρι, στις 30 Νοεμβρίου, ημέρα της εορτής του Αγίου Ανδρέα [15]. Επαναφέρει έτσι στο προσκήνιο τα τέσσερα αρχαία Πατριαρχεία της Ανατολής, δεκαπέντε χρόνια μετά την αντίστοιχη συνάντηση του 2011. Ένα στενότερο σχήμα από μια πανορθόδοξη σύναξη προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά η επιτυχία του θα κριθεί από τη συμμετοχή και τη διάθεση για ουσιαστικό διάλογο.
Το πραγματικό διακύβευμα
Το ζητούμενο δεν είναι ποια δύναμη θα αναλάβει τον ρόλο του προστάτη. Η ιστορία της Αντιόχειας δείχνει ότι η εξωτερική στήριξη προσφέρει πόρους και διπλωματικά ερείσματα, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της τη μακροπρόθεσμη επιβίωση μιας κοινότητας. Αυτή προϋποθέτει ασφάλεια, κράτος δικαίου, ισονομία και θρησκευτική ελευθερία στις ίδιες τις κοινωνίες όπου ζουν οι χριστιανοί. Η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί, επομένως, μόνο πεδίο ανθρωπιστικής και εκκλησιαστικής μέριμνας, αλλά και χώρο στον οποίο αντανακλώνται ευρύτερες αντιπαραθέσεις σχετικά με το πρωτείο, την εκκλησιαστική δικαιοδοσία και τη γεωπολιτική επιρροή στον ορθόδοξο κόσμο.
Η Ορθοδοξία μπορεί να έχει ανθρωπιστικό, εκκλησιαστικό και διπλωματικό ρόλο, όμως η μαρτυρία της αποδυναμώνεται όσο οι Εκκλησίες της παραμένουν διαιρεμένες από ανταγωνισμούς εκκλησιαστικούς και δικαιοδοσίας. Δέκα χρόνια μετά την Κρήτη, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορούν οι Ορθόδοξοι Προκαθήμενοι να συμφωνήσουν πρώτα μεταξύ τους, πριν ζητήσουν από άλλους να προστατεύσουν τους χριστιανούς της Ανατολής;
